Μόλις έκλεισα το βιβλίο - Συγχαρητήρια, πέθανες!

Μόλις έκλεισα το βιβλίο - Συγχαρητήρια, πέθανες!

Συγχαρητήρια, πέθανες!

Πήρα αυτό το βιβλίο για δύο λόγους. Μου αρέσει πολύ η μυθολογία, αλλά ήθελα κυρίως να δω πώς θα χρησιμοποιούσε τον μύθο του Κάτω Κόσμου για να μιλήσει για τον θάνατο.

Και τελικά διάβασα κάτι που μου άρεσε πολύ περισσότερο απ’ όσο περίμενα.

Είναι μια σχετικά εύκολη και γρήγορη ανάγνωση, μια ιστορία που κυλάει χωρίς να σε δυσκολεύει. Κι όμως, ανά τακτά χρονικά διαστήματα, με έκανε να θυμάμαι γιατί είχα επιλέξει εξαρχής αυτό το βιβλίο.

Γιατί πίσω από την ιστορία υπάρχει μια πολύ απλή, αλλά καθόλου εύκολη ερώτηση:

Έχουμε μόνο μία ζωή. Την ζούμε άραγε;

Η πρωταγωνίστρια προσπαθεί να θυμηθεί τη ζωή που έζησε όσο ήταν ζωντανή και, μέσα από την περιπλάνησή της στον Κάτω Κόσμο, αναζητά απαντήσεις στις συζητήσεις της με τις ψυχές που έχουν φύγει από τη ζωή και περιμένουν την αιωνιότητα.

Και κάπου εκεί άρχισα να αναζητώ κι εγώ τις δικές μου απαντήσεις.

Ζω πραγματικά τη ζωή μου ή απλώς προχωράω μέσα σε μια καθημερινότητα περιμένοντας κάτι να αλλάξει;

Πότε ήταν η τελευταία φορά που έκανα κάτι που με έκανε να νιώσω πραγματικά ζωντανή;

Γιατί αφήνω τη μία μέρα να διαδέχεται την άλλη, λέγοντας στον εαυτό μου ότι «κάποια στιγμή τα πράγματα θα φτιάξουν»;

Ποιο είναι αυτό το μέλλον που περιμένω; Δεν το έχω καν προσδιορίσει. Απλώς μοιάζει με μια υπόσχεση που δίνω στον σημερινό μου εαυτό για να αντέξει λίγο ακόμα.

Και τότε ήρθε η πιο δύσκολη σκέψη:

Γιατί αρχίζουμε να ζούμε όταν θυμόμαστε ότι κάποτε θα πεθάνουμε;

Γιατί θυμόμαστε ότι δεν είμαστε αθάνατοι μόνο όταν χάνουμε κάποιον δικό μας; Γιατί εκτιμούμε την υγεία μας περισσότερο όταν αρρωστήσουμε;

Πόσες φορές έχουμε πει «από αύριο θα αρχίσω να ζω όπως θέλω» και τελικά το αύριο έγινε η επόμενη εβδομάδα, ο επόμενος μήνας, η επόμενη χρονιά;

Και κάπως έτσι συνεχίζουμε.

Μέχρι τον επόμενο θάνατο.
Μέχρι την επόμενη απώλεια.
Μέχρι εκείνη την ξαφνική αναλαμπή που μας θυμίζει πως αυτή η ζωή μπορεί πράγματι να τελειώσει — και ίσως να μην προλάβουμε να κάνουμε όλα εκείνα που πάντα θέλαμε και πάντα αναβάλλαμε.

Μια φράση του βιβλίου έμεινε μαζί μου αφότου έκλεισα την τελευταία σελίδα:

«Τις μέρες που ευφράνθηκες, αυτές για βίο να μετράς... οι άλλες χρόνος.»

Και ίσως τελικά αυτό να είναι το μεγαλύτερο ερώτημα που μου άφησε το βιβλίο:

Όταν κάποτε μετρήσω τη ζωή μου, πόσες από τις μέρες μου θα μετρήσουν πραγματικά ως ζωή;

Επιστροφή στο ιστολόγιο